Ενδεχομένως μπορεί κανείς να εντοπίσει το πρόπλασμα της εναλλακτικής Δεξιάς (Alternative Right) στον Μακαρθισμό της δεκαετίας του '50. Εν τούτοις, στην Ευρώπη η ριζοσπαστική Εναλλακτική Δεξιά γεννιέται κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70 από την ιδεολογική μήτρα της συντηρητικής Δεξιάς, γiα την οποία η παράδοση και όλα τα πολιτισμικά προϊόντα της «απαιτείται να διαφυλαχθούν» από τη φθορά στην οποία την οδηγούν οι «νέες εποχές». Η Ακραία Δεξιά διάνθισε το πολιτικό ρεπερτόριο της παραδοσιακής Δεξιάς και αναπροσάρμοσε τις προγραμματικές αιχμές της στη βάση μιας ακραία αντιμεταναστευτικής στάσης, οικοδομημένης πλέον σε μια νομικού και πολιτισμικού -και όχι βιολογικού, όπως συνέβαινε παλαιότερα με τα ναζιστικά ή φασιστικά κόμματα- χαρακτήρα αντίληψη περί «εθνικής προτίμησης».
Κόμματα με τέτοιου είδους χαρακτηριστικά φαίνεται πως αναπτύχθηκαν παγκοσμίως στη βάση των ιδιαίτερων συνθηκών και εξελίξεων του κάθε κράτους. Ωστόσο το μεγάλο κύμα εξάπλωσης των ιδεών της Εναλλακτικής Δεξιάς εντοπίζεται χρονικά κατά τα τέλη της δεκαετίας 2000 και στις αρχές της αμέσως επόμενης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα, ο παραδοσιακός συντηρητικός πόλος του κομματικού συστήματος κατάφερε να το εκφράσει, ενσωματώνοντας ορισμένες όψεις του. Αντίθετα, σε άλλες περιπτώσεις δεν τα κατάφερε και αναπτύχθηκαν νέα ισχυρά ακροδεξιά κόμματα, όπως η Εναλλακτική για τη Γερμανία, το αυστριακό Κόμμα της Δημοκρατίας και η Λίγκα του Βορρά στην Ιταλία, ή άλλα που ιδρύθηκαν πιο νωρίς αλλά εκτόξευσαν την εκλογική τους καταγραφή εντός της ίδιας περιόδου, όπως το Fidesz στην Ουγγαρία ή το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις του ακροδεξιού κύματος που συνεχίζει να σαρώνει τον δυτικό κόσμο.
Αναντίρρητα, η πολιτική εμπλοκή και κατοπινή εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ συνέβαλε στην αύξηση της αυτοπεποίθησης των ακροδεξιών σχηματισμών στην Ευρώπη, νομιμοποιώντας τα αφηγήματα τους και, κυρίαρχα, προσφέροντας ένα προσαρμόσιμο ανά κομματικό σύστημα «textbook» για την εξασφάλιση της ψήφου. Την ψήφο ποιων όμως;
Και εκεί ακριβώς έγκειται η πραγματική επιτυχία της Ακροδεξιάς. Στο γεγονός πως κατάφερε να διαμορφώσει τη θεματολογία της δημόσιας ατζέντας, συμπαρασύροντας τα παραδοσιακά φιλελεύθερα (συντηρητικά και μη) κόμματα να ανταγωνιστούν μαζί της επί αυτής και καθιστώντας εντέλει εξαιρετικά θολά τα όρια μεταξύ του ακροδεξιού και του mainstream προγραμματικού λόγου και πρακτικής. Και το γεγονός πως οι θέσεις των περισσότερων μεγάλων κομματικών οικογενειών μετατοπίστηκαν δεξιότερα -ώστε να μην ζημιωθούν εκλογικά- είναι η μεγάλη ιδεολογικοπολιτική νίκη της Ακροδεξιάς, την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ οπτικοποίησε παγκοσμίως το 2016. Είναι χαρακτηριστικό πως οι τοποθετήσεις των εκλογέων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στον ιδεολογικό χώρο από το 2011 και έπειτα έχουν μετατοπιστεί προς τα δεξιά με πρωτοφανή, για την ιστορία του κόμματος, ένταση. Ενδεικτικό τούτου ότι η μεγάλη πλειοψηφία της σημερινής βάσης του κόμματος διατηρεί την άποψη πως οι αμβλώσεις και οι γάμοι ομόφυλων ζευγαριών δεν θα πρέπει να επιτρέπονται και πως οι μετανάστες που καταφθάνουν στη χώρα μειώνουν σημαντικά τις πιθανότητες των Αμερικανών να βρουν εργασία. Μοτίβα πολιτικών στάσεων και αντιλήψεων που μας είναι γνωστά στον ευρωπαϊκό χώρο. Τα πολιτικά κόμματα που υπηρετούν εδώ και δεκαετίες τις ανάγκες των οικονομικών ελίτ καλλιέργησαν με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές τους το έδαφος πάνω στο οποίο η Άκρα Δεξιά έσπειρε με τρόπο εξαιρετικά συστηματικό τους καρπούς που τώρα επιχειρεί να δρέψει. Με ή χωρίς τον Ντόναλντ Τραμπ, με ή χωρίς την ταμπέλα του ακροδεξιού κόμματος, καθώς όψεις των ιδεών και των πρακτικών του Τραμπισμού έχουν πλέον για τα καλά μπολιαστεί στον χώρο -και- της παραδοσιακής Δεξιάς.